Actions

Work Header

Rating:
Archive Warning:
Categories:
Fandom:
Relationships:
Characters:
Additional Tags:
Language:
Ελληνικά
Series:
Part 4 of Στο Παρά Πέντε Cinematic Universe
Stats:
Published:
2024-09-02
Completed:
2025-03-01
Words:
40,380
Chapters:
7/7
Comments:
20
Kudos:
44
Bookmarks:
7
Hits:
634

τα ψέματα που λέει μια κυρία

Summary:

Η Μαριλένα Δορκοφίκη ήταν σπουδαία κόρη, σπουδαία κυρία, σπουδαία ψεύτρα. Ποια είναι η αλήθεια της, και γιατί την έχει θάψει τόσο βαθιά;

inspired σε διάφορα σημεία by ένα σπίτι για να μένεις by lilhex (aka the zoubinella bible)

Chapter 1: Φλοιός

Chapter Text

Έξι χρονών. 

 

«Κάθεσαι εδώ,» είπε η Μαριλένα επιτακτικά, «θα σερβίρεις το τσάι. Και μετά θα ζωγραφίσουμε! Θέλω το βιβλίο Miss Pretty.»

«Μα δεν θέλω να χρωματίσω τα ζώα πάλι!» κλαψούρισε η Γκέλλυ.

«Θα ανταλλάξουμε την επόμενη φορά,» απάντησε η Μαριλενα, με ένα κακαριστό γέλιο. Το έβρισκε πολύ αστείο όταν η Γκέλλυ κλαψούριζε έτσι. «Στο υπόσχομαι.» 

Η Γκέλλυ φάνηκε καχύποπτη και επέκτεινε το δαχτυλάκι της. «Να ορκιστείς στη φιλιά μας!»

Η Μαριλένα έσφιξε το δάχτυλό της γύρω από του άλλου κοριτσιού εντελώς άφοβα, δίχως συστολή. Είχαν ήδη ορκιστεί δύο-τρείς φορές—και ο Θεός δεν της είχε σπάσει ακόμα το δάχτυλό. Άρα, όλα καλά. Μικρά ψεματάκια δεν πιάνονται ως αμαρτίες. 

Άσε που ήταν πολύ γελοίο το γεγονός ότι η Γκέλλυ εξακολουθούσε να την πιστεύει κάθε φορά. Δεν έφταιγε η Μαριλένα που το κοριτσάκι ήταν τόσο χαζό! 

«Θα ήθελα δύο ζαχαρίτσες, παρακαλώ», είπε η Μαριλένα και δίπλωσε τα χέρια της, τα οποία ακούμπησε στο τραπέζι, περιμένοντας να σερβιριστεί. Η Γκέλλυ υπάκουσε αμέσως, ρίχνοντας ψεύτικο τσάι στο ποτηράκι της. 

«Πάντως,» άρχισε η χαζή, «κανένα αγόρι δεν θα θέλει να σε φιλήσει αν όλο τους λες τι να κάνουνε... Έτσι λέει η μαμά μου. Εσύ πρέπει να τους σερβίρεις, όχι το αντίθετο.» 

Άντε πάλι, ανοησίες. Οριακά ξέρασε. 

«Χμ! Τι μας λες! Ενώ εσένα, που έχει καεί η μούρη σου από το τσάι, θα σε θέλουνε!» 

«Μα δεν έχει...» 

Η Μαριλένα άρπαξε τότε την τσαγιέρα και την γύρισε ανάποδα, ρίχνοντας ψεύτικο τσάι στο κεφάλι της μικρής ανόητης.

«Εεε!» είπε εκείνη, προστατεύοντας τον εαυτό της από το ανύπαρκτο καυτό νερό. Πραγματικά, δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνη. 

«Μην το παίρνεις τόσο στα σοβαρά!», είπε η Μαριλένα. «Απλώς σε πειράζω». 


Δεκατριών χρονών. 

 

Η Μαριλένα Δορκοφίκη ήταν σπουδαία μαθήτρια. Το έλεγαν, άλλωστε, όλοι οι δάσκαλοί στο Οικοτροφείο στη σπάνια περίσταση που έβλεπαν τους γονείς της. Όχι ότι υπήρχε κάποια αμφιβολία, βέβαια, ως προς αυτό—φυσικά και η Μαριλένα ήταν σπουδαία. Δεν ήταν κάτι το διαπραγματεύσιμο—ήταν σχεδόν αμελητέο για τους γονείς της, για αυτό και δεν της έδωσαν ποτέ έπαινο:

«Εξυπακούεται, έχουμε τη συγγένεια του Ιάσονος Δορκοφίκη,» έλεγε ο πατέρας της. Αχ, πόσο τον αγαπούσε, τον μπαμπά της. Ήταν άνθρωπος αξιοθαύμαστος, σπουδαίος, δυναμικός και γεροδεμένος–και ήξερε, σαφώς, όλον τον καλό τον κόσμο. 

«Το ζήτημα είναι αν μέλλει να βρει καλό σύζυγο. Αυτό είναι το καθήκον της, αν θέλει να τιμήσει την καταγωγήν της.» (... Αχ, δεν υπάρχει άλλος τρόπος... ; Ντροπή! Μην ρωτήσεις καν, κορίτσι μου, την απάντηση την ξέρεις καλά.) 

Φυσικά. Κανένα επίτευγμά της δεν είχε ιδιαίτερη αξία, ειδικά χωρίς κάποιον άντρα στο πλευρό της. Της το έλεγαν από νωρίς όλοι—και το επαλήθευαν με τις συμπεριφορές τους. Όσο ο πατέρας της και οι φίλοι του μίλαγαν για την “οικονομική άνθιση της Επανάστασης,” η μάνα της έγνεφε καταφατικά, χωρίς όμως να τολμάει να συμβάλλει στη συζήτηση. 

Η Μαριλένα ήταν λοιπόν δισέγγονη του Ιάσονος Δορκοφίκη, και το είχε περί πολλού. Το όνομά της από μόνο του σήμαινε μεγάλα πράγματα—και ταυτόχρονα την έκανε να νιώθει τόσο μικρή—τόσο ολότελα κενή. Σα να μην ήταν η ίδια άνθρωπος, αλλά μάλλον ένα τίποτα, που το περιέβαλε ένας αστραφτερός φλοιός.

«Περὶ τὸν φλοιόν ἀσχολεῖσθαι,» είχε πει κάποτε ένας ιδιαίτερος κύριος στον πατέρα της, ως απάντηση στην καυχησιολογία του περί Ιάσονος Δορκοφίκη. Της είχε μείνει η έκφραση. Τι και αν δεν ήταν καν στην πραγματικότητα καλή μαθήτρια, και το λέγανε όλοι μονάχα για να καλοπιάνουν τους γονείς της; Τι και αν ήταν πραγματικά τόσο άδεια όσο ένιωθε; 

Ίσως, αν μπορούσε να εκφραστεί, να μην ένιωθε έτσι. Να έμπαινε σε ένα ωραίο κοστούμι—φλοιό, πες το και έτσι—που να της άρεσε τουλάχιστον—και να αδιαφορούσε επιτέλους και η ίδια για το τι υπάρχει μέσα. Ωστόσο,

«Tο σχολείον οφείλει να μεριμνά διά την ευπρεπή εμφάνισιν και την κοσμίαν συμπεριφοράν των μαθητών εντός και εκτός αυτού. H εκκεντρική κόμμωσις και ενδυμασία διά τα θήλεα, η μακρά και ατημέλητος κόμη και ουχί ευπρεπής ενδυμασία διά τους άρρενας είναι απαράδεκτα.» 

Τα πάντα ήταν λοιπόν απαίσια. Τα εξωσχολικά αναγνώσματα δεν επιτρέπονταν, και κάθε της βήμα το παρακολουθούσαν όλοι. Έπρεπε μόνιμα να παίζει θέατρο χωρίς καν κοστούμι—ποτέ να μην αφήνει τις άμυνές της να πέσουν, ώστε πλέον να μην μπορεί καν να ξεχωρίσει αυτό που πραγματικά ένιωθε από αυτό που προέβαλε. Αυτό κι αν ήταν ψυχοφθορο. Ποια δεκατριάχρονη είναι από μόνη της, «σοβαρή και σεμνή;» Καμία! Καμία απολύτως! 

Η μακράν χειρότερη όμως εμπειρία ήταν αυτή του εκκλησιασμού, που ήταν υποχρεωτικός. «Δεν παρηκολούθουν την Θείαν λειτουργίαν μετά της δεούσης προσοχής και ευλαβείας, τούτο δε κατηγγέλθη εκ του ιερέως.»

... Η Μαριλένα ανατρίχιαζε κάθε φορά που άκουγε την Θεία λειτουργία. Της γέμιζε την ψυχή ένας φόβος ανελέητος, λες και οι πύλες της κολάσεως θα άνοιγαν να την ρουφήξουν ανά πάσα στιγμή. Δεν ήταν σίγουρη γιατί την αγρίευε η εκκλησία... Όμως ποτέ δεν ένιωθε γαλήνη εκεί μέσα. Ποτέ. Ωστόσο, πολύ θα το ήθελε. 

Ένα βράδυ, μετά από λειτουργία, καθόταν με τη φίλη της την Ευανθία, που ήταν στον ίδιο κοιτώνα. Δεν ήταν η μόνη της φίλη. Είχε πολλές φίλες. Τη Γκέλλυ, την Τιτίνα, τη Ντόντυ... Ένας ολόκληρος κύκλος κοριτσιών που την άκουγαν, που έκαναν ό,τι ήθελε, που μαζί της κορόιδευαν τα πραγματικά αξιολύπητα παιδιά, αυτά που κάθονταν στις γωνίες, που δεν βλέπονταν, που οι γονείς τους ήταν λιγότερο σημαντικοί, κτλπ. Αυτές τις κουρελαρίες, που φαινόταν λες και βγήκαν από τα Εξάρχεια. 

Πάντα την ακούγανε, ό,τι οδηγία και να τους έδινε. Ήταν σαν βασίλισσά τους. 

Μόνο μια φορά δίστασε, η Ευανθία. 

«Με τίποτα! Αυτό είναι αμαρτία!» Της είπε. 

«Ωωω, Ευανθία, δεν σκέφτεσαι καθόλου! Δεν είναι αμαρτία, επειδή δεν μετράει. Δεν θα είναι στ'αλήθεια, έλεος! Δεν σημαίνει τίποτα. Ο Θεός το ξέρει. Προθέρμανση, θα είναι, για όταν πρέπει να φιλάμε αγόρια. Εκτός και αν θέλεις να γίνεις τελείως ρεζίλι!» 

Πάγωσε. «Εγώ... Να, βλέπεις, με το μαξιλάρι μου...» 

«Ιχ!» Η Μαριλένα χρησιμοποίησε την πιο τσιριχτή φωνή της, «Τι σαχλό! Αξιολύπητο! Φαντάζομαι δεν θέλεις να το μάθει αυτό όλο το σχολείο... Θα είναι κρίμα να γίνεις ρεζίλι, θα πρέπει να κάθεσαι με άλλες—» 

«Όχι, όχι, σε παρακαλώ!» 

«Καλά βρε, δεν θα το πω. Απλώς σε πειράζω...» Αναστέναξε, με αυτό το υπεράνω ύφος που είχε πάντα. «Έτσι και αλλιώς, θα το καταλάβει όποιος άτυχος σε πρωτοφιλήσει...» 

Το κορίτσι την κοίταξε ανήσυχα, “Ωχού! Καλά, καλά! Ας το κάνουμε—γρήγορα όμως!» 

Η Μαριλένα δεν είχε σκεφτεί μέχρι εδώ. Της κόπηκε η ανάσα. Το άλλο κορίτσι καθόταν τόσο κοντά της... Λοιπόν, επιτέλους. Η Μαριλένα συνειδητοποίησε ότι η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και ότι ίδρωνε κάτω από τα χέρια της. Κανένα νόημα δεν έβγαζε όλο αυτό, αφού δεν είναι όντως το πρώτο της φιλί! Πρόβα είναι. Δεν μετράει. Το ξερει ο Θεός. 

Την φίλησε, λοιπόν. 

Εκείνη έσκυψε μπροστά—δεν έκλεισε καν τα μάτια της από την αγωνία. 

Η απαλότητα, η ασφάλεια—και το γεγονός ότι για πρώτη φορά ένιωσε κάτι πάρα πάνω από εκείνο το κενό, εκείνο το βάρος—κάτι πιο βαθύ από τη συνηθισμένη ρηχότητα. 

Όμως αυτό το ‘παραπάνω’ γρήγορα πήρε άλλη μορφή. Μεταλλάχθηκε σε σίχαμα, σε πανικό, σε ντροπή. Θόλωσε. Δεν ήθελε να είναι αποφώλιο τέρας, ούτε κρυφολεσβιάζουσα, ούτε εγκληματίας. Δεν ήταν τέτοιο κορίτσι. Δεν θα μπορούσε να είναι τέτοιο κορίτσι! Δεν ήθελε να νιώθει έτσι, σαν αυτούς που κορόιδευε. Δεν ήθελε ο Θεός να την τιμωρήσει. 

«Α-Αηδία...» Η Μαριλένα σκούπισε το στόμα της. (Πάντως ό,τι και να λες, ο Θεός που φοβάσαι άκουσε το καρδιοχτύπι σου, κακόμοιρη.)

«Στο είπα! Στο ει—τι κάνεις; Που πας; Μαριλένα!» 

Έτρεξε. Έτρεξε κλαίγοντας στη διεύθυνση, λέγοντας ότι,  «η Πιερτζοβάλη έπεσε πάνω μου, σαν άγριο ζώο, και προσπάθησε να με...!»

Κλάμα, κλάμα και κακό. 

Την επόμενη μέρα, έγινε γνωστό σε όλο το σχολείο ότι η άλλη κοπέλα ήταν μια μεγάλη λεσβία. Η Μαριλένα το σιγούρεψε. Μέχρι το μεσημέρι, τα μάτια της πρώην φίλης της ήταν κόκκινα από το κλάμα, αλλά κανείς δεν την άκουγε, κανείς δεν πίστευε αυτά που έλεγε, επειδή η Μαριλένα Δορκοφίκη δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα για κάτι τέτοιο. Ήταν υπεράνω πάσης υποψίας. 

 Δεν ξαναείδε ποτέ την κοπέλα εκείνη, όταν ήρθαν στο τέλος της ημέρας οι γονείς της να την πάρουν—έκλαιγε με λυγμούς όταν την τράβηξαν έξω. Η Μαριλένα ούτε ρώτησε ποτέ τι απέγινε. Δεν τολμούσε. Ούτε την ένοιαζε. 

Η Μαριλένα χαλάρωσε. Κανείς δεν έπρεπε να γνωρίζει την αλήθεια. 

Όμως ο Θεός ήξερε. 

 


 

Δεκαοχτώ χρονών

 

«Πώς είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας, να χυθεί ελληνικό αίμα; Όλοι πιστεύουμε στη λευτεριά και ΄γω πάλι πρώτος αρχίζω τον Εθνικό Ύμνο, αυτό το αιώνιο σύμβολο της Ελευθερίας. Σε γνωρίζω από την κόψη…»

Μέτρησαν τριάντα-τέσσερις νεκρούς, στην αρχή. Ο πατέρας της Μαριλένας είπε ότι αυτά ήταν προπαγάνδες των κομμουνιστών— και πως δεν χάθηκε καμία ζωή στο Πολυτεχνείο... Πάρα το γεγονός ότι η φρίκη ακούγονταν μέχρι το Κολωνάκι. 

Ήταν η αρχή του τέλους για τη χούντα.

Στις 25 Νοεμβρίου ο Παπαδόπουλος έφυγε όπως ήρθε. Με πραξικόπημα από τον Ιωαννίδη. Η δική του Χούντα κατέρρευσε το '74.

Η Μαριλένα έσφιξε στα χέρια της το παράσημο του Ιάσονος Δορκοφίκη, εκείνη τη νύχτα—το μόνο πράγμα που απέμενε, πλέον, από αυτόν—λες και ήταν σταυρός. Μεγαλύτερη γαλήνη της έδινε αυτό, πάρα από όλους τους σταυρούς του κόσμου. 

Έφυγαν από την Ελλάδα εκείνο το διάστημα, για λίγο. Έφτασαν στη Γαλλία σαν κυνηγημένοι. Όταν επέστρεψαν μετά από λίγο, ο πατέρας της άλλαξε ρεπερτόριο:

«Όχι, όχι, εμείς δεν ήμασταν με αυτούς. Ούτε χουντικοί, ούτε βασιλικοί, ούτε τίποτα τέτοιο. Ωστόσο...» 

«—Ωστόσο, επί χούντας έφαγε ο κόσμος ψωμάκι. Ωστόσο, επί χούντας έφτιαξαν τους δρόμους. Ωστόσο, επί χούντας δεν έκαναν ρουσφέτια. Ωστόσο, ήταν αληθινοί πατριώτες. Ωστόσο, αν δεν μιλούσες, δε σε πείραζε κανείς, μόνο τους κομμουνιστές κυνηγούσαν. Ωστόσο, η οικονομία άνθισε. Τόσα έργα κάνανε—Αλλά εμείς χουντικοί δεν είμαστε! Ά-πα-πα...»

Είχε σιχαθεί να τον ακούει να μιλάει.

(Περίεργο πράγμα και αυτό, αφού τον αγαπούσες πολύ τον μπαμπά σου. Του είχες αδυναμία, μικρή. Τον θεωρούσες δυνατό, σπουδαίο, επέκταση του προπάππου Δορκοφίκη. Σαν αυτόν μιλάς, άλλωστε. Τι σε ενοχλεί η φωνή του;)

... Αχ, πάντως, αυτό το ωστόσο! Τι σήμαινε, καν; Τι αξία έχει η οποιαδήποτε δήλωση, όταν την ακολουθεί το 'αλλά';

Η Μαριλένα δεν ήταν σίγουρη, όμως υιοθέτησε το 'ωστόσο' και το 'αλλά' στο δικό της λεξιλόγιο πάρα τη σιχαμάρα που της προκαλούσε. Δεν είχε δικές της απόψεις—απλώς αναμασούσε ό,τι άρεσε στον κύκλο της.

Και έτσι, ήταν πάντοτε σε όλους αρεστή. 

Μετά το Πολυτεχνείο, βέβαια, άρχισε να σκέφτεται για τον θάνατο αρκετά συχνά. Βαθιά μέσα της ήξερε ότι στ'αλήθεια υπήρχαν νεκροί, αλλά δυσκολευόταν να το παραδεχτεί. Για αυτό και απλά έθαψε πλήρως κάθε αμφιβολία για τα λόγια του πατέρα της και αποφάσισε ότι, πράγματι, πρόκειται για προπαγάνδα της αριστεράς. 

Δεν της άρεσε να σκέφτεται πολύ—γυναίκα ήταν άλλωστε—και ο πατέρας της έλεγε ότι ο μόνος τρόπος να τιμήσει την καλή της γενιά ήταν να παντρευτεί, δίχως πολλές «αερολογίες.»

Έτσι λοιπόν και έκανε, το συντομότερο δυνατόν. Η ζωή συνεχίζεται. 

 


 

Αυτό που δεν είχε απολαύσει καθόλου την ημέρα του γάμου της ήταν η εκκλησία, η εκκλησία της προκαλούσε ανατριχίλα, από μικρό κορίτσι—και τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο. Την στιγμή που φίλησε τον γαμπρό, ένιωσε λες και τα μάτια του Θεού είχαν πέσει πάνω της και την έλεγαν ψεύτρα

Ανοησίες.

Ο Θεός, ας ξέρει ό,τι είναι να ξέρει, και σε αυτόν θα λογοδοτήσει όταν έρθει η ώρα. Τώρα είχε να λογοδοτήσει μονάχα στον πατέρα της, στη μάνα της, στην Τιτίνα, στη Ντόντυ και στην Γκέλυ. Δεν είχε χρόνο για δεύτερες σκέψεις. 

Είχε απολαύσει την οργάνωση της δεξίωσης, το νυφικό, την κόμμωση—όλα τα διαδικαστικά. Της άρεσε πολύ να περιποιείται τον εαυτό της. Να εκφράζεται μέσω των ρούχων και της κόμμωσης, πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει όταν ήταν στο σχολείο. 

«Το νυφικό σου, ma chérie! Είναι εκθαμβωτικό. Très bien! Και λατρεύω τους υάκινθους παντού! Τί ωραία πινελιά... C'est magnifique.» 

Η Ζακλίν Φολέ, που την γνώρισε όσο ήταν στη Γαλλία, την πλησίασε και τις έδωσε φιλιά στον αέρα. Το άρωμά της ήταν απολύτως μεθυστικό. Ήταν πανέμορφη, καλά διαβασμένη, μοντέρνα και αρκετά γατίσια ώστε να έχουν τα πάντα κοινά με όλους τους σωστούς τρόπους. 

«Ζακλίν μου, γλυκιά μου, ευχαριστώ που ήρθες,» της ανταπέδωσε ένα κακαριστό γελοίο. «Και στα δικά σου, εύχομαι... Που είναι, αλήθεια, 'τα δικά σου;'» 

«Στο μπουφέ, περιφέρονται...» 

Ο αρραβωνιαστικός της Ζακλίν εκνεύριζε τη Μαριλένα, αλλά αυτό συνέβαινε συχνά με τις φίλες της. Για τόσο κοσμικά κορίτσια, είχαν όλες απαίσιο γούστο.

Όσο για την ίδια τη Μαριλένα, ήταν αρκετά ευτυχισμένη με τον νέο σύζυγό της. Πραγματικά ήταν, απολύτως, ακόμα κι αν τα πράγματα στο κρεβάτι δεν ήταν όλα όσα θα μπορούσαν να είναι—γιατί αυτό δεν είναι το Α και το Ω μιας σχέσης. Δεν ζήλευε καθόλου την Ζακλίν... Που το άγγιγμα του χεριού της την έκανε και τινάχθηκε. Καινούργιο ήταν το άρωμα, σίγουρα. 

 Η μυρωδιά τυλίχθηκε νωχελικά γύρω από το λαιμό και τους ώμους της Μαριλένας σαν μεταξωτό μαντήλι. Σαν θηλιά. Τι όμορφα. Η Μαριλένα συνειδητοποίησε ότι η καρδιά της είχε αρχίσει να πονάει ξανά και γύρισε να κοιτάξει γρήγορα τον σύζυγό της. Με το που τον είδε, χάθηκε όλο αυτό το συναίσθημα—και ξανά επέστρεψε η ψυχραιμία της. 

Κατάπιε σκληρά και κοίταξε πάλι στη Ζακλίν... Η οποία την παρακολουθούσε με λαμπερά, γελαστά μάτια.

«Ωραίος είναι, beau, διπλωματικός ακόλουθος, καλό-παντρεύτηκες. Ωστόσο...»

 Όχι πάλι αυτό το ωστόσο, έλεος— 

«... Φαίνεται σαν να πρέπει να λυπάμαι τον άντρα σου, τελικά», πρόσθεσε η Ζακλίν και γέλασε πονηρά. «Μου φαίνεται σαν να έχεις ένα μικρό μυστικό, ma chérie. Ψεματάκι... Mon dieu... Θα σου σπάσει ο Θεός το δαχτυλάκι.»

Και αυτό ήταν το μόνο που χρειάστηκε. Αυτή και μόνο η στιγμή ήταν το μόνο που χρειάστηκε για να γίνει η γοητεία οργή, για να μετατραπεί η στοργή σε αποστροφή, για να γίνει η οικειότητα περιφρόνηση. Η Μαριλένα δεν συγχώρησε ποτέ τη Ζακλίν για αυτή τη στιγμή. Ποτέ.

Ποτέ. 


Είκοσι-δύο χρονών. 

 

Στον πρώτο της γάμο, έμεινε έγκυος με τον Αλέξανδρο. Δύσκολο και αυτό. Ό,τι δυσκολότερο έχει περάσει.

Επιλόχεια κατάθλιψη, λέγεται. Αμφισβητούσε δηλαδή την ικανότητά της να συνδεθεί με το μωρό, έκλαιγε χωρίς λόγο, ύπνο δεν είχε. Είχε παραλύσει από τον φόβο ότι θα έκανε, με κάποιον τρόπο, κακό στο παιδί της. Για αυτό και δεν το άγγιζε καθόλου—για να το προστατεύσει. Οι σκέψεις που κάλπαζαν στο μυαλό της δεν ήταν καθόλου καλή παρέα. 

Κάποια στιγμή το είπε στη μάνα της. Της είπε ότι, «όλες οι μανάδες το περνάνε,» πράγμα που δεν ακούστηκε σωστό, αφού καμία 'Φιλελεύθερη' φίλη της δεν είχε ομολογήσει κάτι παρόμοιο, (όχι ότι θα το έλεγε, κάποια από αυτές.)

Της είπε, ακόμη, «για αυτό υπάρχουν και οι γκουβερνάντες. Τι νομίζεις, ότι εσύ θα το μεγαλώσεις το παιδί;»

Ούτε πάνα δεν έμαθε να του αλλάζει.

Περήφανη καυχιόταν ότι ο γιόκας της ήταν ο εξυπνότερος, ο πιο ανεξάρτητος, που έμαθε τόσο γρήγορα να προσέχει τον εαυτό του, που ήταν πάντοτε τόσο καθαρός. Στην πραγματικότητα αισθανόταν ντροπή που της έλλειπε αυτό το περιβόητο μητρικό ένστικτο. Για να επανορθώσει, λοιπόν, σε αντίθεση με τους δικούς της γονείς, συνέχεια έλεγε στον Αλέξανδρο πόσο υπέροχος ήταν. Πόσο έξυπνος, πόσο ταλαντούχος.

Συνέχεια του έλεγε πόσο τον λάτρευε και του έπαιρνε δώρα. Κυρίως ρούχα—της άρεσε πολύ να τον ντύνει—ήταν ένας μικρός κύριος. Ένας μικρός πρίγκιπας, και της άρεσε να τον κακομαθαίνει. 

«Εσύ, αγόρι μου, είσαι το μόνο αληθινό πράγμα που έχω. Θα γίνεις σπουδαίος.» Του ψιθύριζε καμία φορά τη νύχτα, πριν πάει για ύπνο, και του φιλούσε το μέτωπο. 

Όσο καιρό και να της πείρε—και της πείρε—ο Αλέξανδρος ήταν το μόνο αγόρι που αγάπησε πραγματικά. Αυτό, τουλάχιστον, δεν ήταν ψέμα—ούτε έκρυβε «αλλά,» ούτε «ωστόσο.»

Πάντως, δεύτερο παιδί δεν ήθελε. Δεν είχε σκοπό να περάσει πάλι τέτοιον εφιάλτη, σε καμία περίπτωση. 


Είκοσι-πέντε χρονών. 

 

Όχι ότι θα της το επέτρεπε η μοίρα, άλλωστε, να κάνει δεύτερο παιδί. Ο πρώτος της σύζυγος έφυγε από καρδιακό επεισόδιο.

Φοβήθηκε. Φοβήθηκε πολύ, όταν τον βρήκε πεσμένο στο έδαφος εκείνο το βράδυ. Την έπιασε πανικός.

Το παιδί. Να μην τον δει το παιδί. 

Αυτή ήταν η τιμωρία του Θεού; Ποιο ψέμα ξεχείλισε το ποτήρι; Ποιο ψέμα της έσπασε το δάχτυλο; 

Γιατί σε εμάς, θεέ μου; Γιατί σε εμάς; 


Είκοσι-έξι χρονών. 

 

Έπρεπε να αφαιρεθεί, κάπως. Και αυτή και ο μικρός. Πήρε τον Αλέξανδρο λοιπόν και άρχισε τα ταξίδια.

Ταϊλάνδη, Μαλαισία, Άπω Ανατολή—όπου λέγανε ότι θα πηγαίνανε με τον σύζυγό της. Κάνανε σχέδια πολλά, για διακοπές.

(Γιατί να την βρει τέτοιο κακό, να γίνει τόσο νέα χήρα; Ποιος Θεός φέρνει τον θάνατο τόσο ξαφνικά; Ποιος θεός το κάνει αυτό;) 

Ο μικρός Αλέξανδρος της είπε πως όταν γίνει δεκαοκτώ, θα αλλάξει το όνομά του σε Δορκοφίκης, επειδή δεν τον έζησε τον πατέρα του—και επειδή,

«πολύ καλύτερη μαμά είσαι χωρίς εκείνον, επειδή είσαι μαζί μου πιο πολύ.» 

Ράγισε η καρδιά της. Όντως, ήταν πιο παρούσα, πιο ενεργή στη ζωή του Αλέξανδρου από πριν. Όμως καλή μάνα δεν ήταν σίγουρα, απλά προσπαθούσε να σταματήσει τον εαυτό της από το να σκέφτεται. Ήταν τόσο καλή στο να προσποιείται, αφού όλη της τη ζωή αυτό έκανε. Όσο για το όνομα 'Δορκοφίκης,' ήταν βαρύ φορτίο... Όμως δεν του το είπε. 

«Καλά θα κάνεις, καμάρι μου. Να είσαι περήφανος... Αλέξανδρος Δορκοφίκης.» Του φίλησε το μαλλί, εκεί που κάθονταν. «Και εγώ θα είμαι πάντα περήφανη για εσένα. Και ο μπαμπάς θα ήταν περήφανος, στο υπόσχομαι.» 

Στα ταξίδια της, γνώρισε μια κοπέλα στην Καμπότζη, βουδίστρια. Ήταν άκρως διαφορετική από τις φίλες της στην Ελλάδα, όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. 

Της άλλαξε τη ζωή. Τσοντέν την έλεγαν— ήταν μια κούκλα με σπάνια φινέτσα. Η Μαριλένα λαχταρούσε την επόμενη επίσκεψη, την επόμενη συζήτηση, κάθε φορά που μιλούσαν. Ανύπαντρη, εκείνη—και είχε και έναν μεγαλύτερο αδερφό, που της έμοιαζε σε πολλά. Αυτός ήταν παντρεμένος... Αλλά, σιγά. Ένα άκακο φλερτ δεν θα δημιουργούσε κάποιο πρόβλημα. 

Δεν είχε ποτέ γνωρίσει πιο ήρεμο άνθρωπο από αυτήν, με πιο γλυκιά και μελιστάλακτη φωνή. Ήταν λες και δεν είχε φοβηθεί ποτέ στη ζωή της. Ούτε τον θάνατο, ούτε την επικείμενη τιμωρία — τη λεγόμενη κρίση. Η Μαριλένα αισθανόταν ασφάλεια όταν την άκουγε να μιλάει. 

«Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει,» της είπε μια μέρα, «ο άνθρωπος ταξιδεύει. Φεύγει από το σώμα του και πηγαίνει σε ένα άλλο. Ο άντρας σου δεν είναι νεκρός, είναι ταξιδιώτης... Ταξιδιώτες θα είμαστε όλοι μας κάποτε... Μην σε απασχολεί. Μην σε φοβίζει τόσο ο θάνατος.» 

Η Μαριλένα πάντα αναζητούσε την γαλήνη, το 'καταφύγιο' της θρησκείας. Άθεη δεν υπήρξε ποτέ. (Τι ήταν, καλέ, κομμουνίστρια; Α-πα-πά! Ούτε καν είχε δει ποτέ τέτοιον από κοντά.) Όμως η ορθοδοξία μόνο φόβο της προκαλούσε, ανασφάλεια για το ήθος της—καμία γαλήνη. Μόνο ενοχές. 

Πήρε τον Αλέξανδρο σε δύο-τρεις Βουδιστικούς ναούς, εκεί στην Καμπότζη. Εκεί μέσα, δεν ένιωθε καθόλου όπως ένιωθε μεγαλώνοντας στην Ελληνική εκκλησία. Καμία σχέση δεν είχε, ως εμπειρία. Για πρώτη φορά δεν ένιωθε αβοήθητη.

«Άρα, μαμά, ο μπαμπάς είναι ταξιδιώτης;» Ρώτησε ο Αλέξανδρος, τελείως αθώα. Εκείνη φάνηκε σκεπτική, για λίγο. Χαμογέλασε απαλά και του χάιδεψε το μαλλί. 

«Ναι... Ναι, καλό μου. Ταξιδιώτης είναι. Ταξιδεύει.» 

Μελέτησε, λοιπόν, και ασπάστηκε τον βουδισμό. Δεν το είπε στους γονείς της, φυσικά. Τους είχε φλομώσει στο ψέμα... Ότι δηλαδή πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και ότι ακόμη γιόρταζε κακ για τα δύο ονόματά της. Μαρία Ελένη. Ήτανε άλλωστε ταγμένη στην Παναγία και θα τους προκαλούσε μεγάλη στεναχώρια εάν δεν το διαλαλούσε. 

Δεν ήταν δύσκολο να προσποιείται ότι ήταν κάτι που δεν είναι. Το έκανε από μικρή, είχε γίνει δεύτερη φύση.

Μέχρι να γίνουν 'ταξιδιώτες' και αυτοί, ο ένας μετά τον άλλον. Και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ξεφορτωθεί από τον τοίχο τις εικόνες των αγίων, τους σταυρούς, την Αγία γραφή — και να στήσει στο σαλόνι τον Βούδα. Υάκινθους άφησε στο νεκροταφείο.

Ελάχιστοι μήνες είχαν περάσει, ανάμεσα στο θάνατο του πατέρα της και τον θάνατο της μητέρας της. Λες και ήταν αλυσοδεμένη πάνω του, αυτή η γυναίκα. Λες και δεν είχε ζωή έξω από αυτόν. Η Μαριλένα ήταν σίγουρη πως αν είχε φύγει πρώτα η μάνα της, πολλά χρόνια θα περνούσαν πριν ακολουθήσει ο μπαμπάς της. 

Το ξεπέρασε, πάντως, γρηγορότερα απ'ότι περίμενε. Βεβαίως και έκλαψε — βάρυνε πολύ. Όμως τα χέρια της Τσοντέν της σκούπισαν τα δάκρυα — και της υπενθύμισε ότι οι γονείς της ήταν πλέον ταξιδιώτες. 

Ένιωθε τύψεις που δεν θρήνησε πιο βαριά.  


Είκοσι-οκτώ χρονών. 

 

Ελεύθερη, πλέον, προχώρησε στον δεύτερο γάμο της. Παντρεύτηκε τον αδερφό της Τσοντέν, ο οποίος της έριχνε μια δεκαετία, αλλά ευτυχώς έμοιαζε σε πολλά με την αδερφή του. Εκτός αυτού, τον χώρισε από τη γυναίκα του... Η Μαριλένα έφταιγε που είχε τέτοιο εκτόπισμα; 

Οι γονείς της Μαριλένας, αν ζούσαν, δεν θα ενέκριναν καν δεύτερο γάμο—πόσο μάλλον εκτός της ορθόδοξης εκκλησίας... Πόσο μάλλον σε βουδιστή. 

Με αυτόν, τον δεύτερο, παιδί δεν ήθελε. Το ξεκαθάρισε από νωρίς ότι ο Αλέξανδρος ήταν προτεραιότητά της—και ότι ήθελε να του βρει μια σταθερή πατρική φιγούρα. Ο καινούργιος έδειξε κατανόηση.

Ο Αλέξανδρος τους κατά-συμπάθησε, ευτυχώς, και τον σύζυγο και την αδερφή του.

«Ευχαριστώ, μαμά, αυτό ήταν το καλύτερο από όλα σου τα δώρα,» της είπε μετά τον γάμο. 

Οι πιο ‘φιλελεύθερες’ φίλες της την θεώρησαν ριζοσπαστική, προχωρημένη, όλα τα σχετικά. Σπουδαία γυναίκα, σπουδαίο και το όνομά της.

Δεύτερος γάμος! Βουδισμός! Ασιάτης ο γαμπρός! Πω, πω! Κράτησε και το όνομά της, τον έφερε και στο Κολωνάκι! Τι περήφανη, τι αρχοντική, τι δυναμική! 

(Από πίσω—ιερόσυλη σε ανεβάζουν, πουτάνα σε κατεβάζουν. Όμως και εσύ, το ίδιο δεν θα έκανες στη θέση τους;)

Πόσο της άρεσε αυτό, πάντως. Οι κολακείες για το έξοχό της φαίνεσθαι την έκαναν να νιώθει υπέροχα. Ακόμη και αν τα ψιλά γράμματα ήταν σάπια και μουτζουρωμένα. 

Ο δεύτερος λοιπόν γάμος της, φαινομενικά τέλειος, ολοκληρώθηκε μετά από λίγους μήνες με το πρώτο της διαζύγιο.

Εκείνος της το ζήτησε, επειδή την έπιασε να... 

Λοιπόν, επιτέλους. 

Το βράδυ, σε μια δεξίωση, είχε κλειστεί στην βιβλιοθήκη του σπιτιού με την Τσοντέν. Η άλλη είχε βάλει τα κλάματα—και η Μαριλένα δεν θυμάται γιατί. Όμως θυμάται πως την βοήθησε, και ότι εκείνη της έδειξε την ευγνωμοσύνη της με ένα φιλί. 

Είχαν πιει, κιόλας, αρκετό κρασί—και για αυτό δεν είχαν καμία συστολή. Καμία απολύτως. Η αλήθεια ήταν γυμνή. 

Χασκογέλασαν, για λίγο, και συνέχισαν. Συνέχισαν—και η Μαριλένα επιτέλους ένιωσε άνθρωπος για λίγο. Ένιωσε πραγματικά άνθρωπος. Καιγόταν ολόκληρη.

Τόσα χρόνια, δύο γάμοι, πρώτη φορά ένιωσε... 

Τότε άνοιξε την πόρτα ο άλλος. Άρπαξε την αδερφή του από τον καρπό και άρχισε να της φωνάζει στην μητρική τους γλώσσα. 

«Τι κάνεις με τη γυναίκα μου; Ανώμαλη, ε ανώμαλη!» 

«Τίποτα δεν κάναμε! Η Μαριλένα με βοήθησε με ένα προσωπικό ζήτημα — και της έλεγα ευχαριστώ!» 

«Έτσι λες εσύ ευχαριστώ; Νόμιζα ότι τα είχες ξεπεράσει αυτά!» 

«Απλώς δεν καταλαβαίνεις τον δεσμό μας! Δεν θα μπεις ανάμεσά μας!»

«Τον δεσμό σας; Είναι γυναίκα μου! Έχεις κατεβάσει όλο το κρασί και λες ό,τι σου κατέβει!» 

Ευτυχώς που κανένας από τους καλεσμένους δεν μίλαγε τη γλώσσα... Και για τη Μαριλένα, δηλαδή, η συζήτηση σχεδόν έμοιαζε με βουητό στο κεφάλι της. 

Το διαζύγιο δεν άργησε, αλλά ευτυχώς εκείνος δεν είπε σε κανέναν τι είδε, μάλλον για να προστατέψει την αδερφή του. Μίλησαν για μοιχεία στο δικαστήριο, και καλά, αλλά από τη δική του πλευρά. 

Οι δίκες, οι αποφάσεις, η γραφειοκρατία— εκείνη την εποχή—διήρκησαν αρκετά χρόνια. Μέχρι να βγει το διαζύγιο, εκείνος είχε πεθάνει. 

Η Μαριλένα έκοψε κάθε επαφή και με την αδερφή του, πάντως. Την έδιωξε. Δεν άξιζε κανείς το ρίσκο, ούτε καν αυτή. 

«Μαμά... Γιατί; Γιατί;» Έκλαψε πολύ ο Αλέξανδρος όταν του το ανακοίνωσε. 

«Αχ, αγόρι μου... Μερικές φορές συμβαίνουν πράγματα που δεν ελέγχουμε.»

Ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει την αλήθεια, αυτό ήταν σίγουρο. Τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, θα είχε καταλάβει αναμφίβολα. Ήταν πάντοτε πολύ έξυπνος. Πολύ πιο έξυπνος από την ίδια τη Μαριλένα. 

 Κάθε φορά όμως που πήγαινε να την ρωτήσει για αυτό το θέμα, εκείνη έφευγε από το δωμάτιο πετώντας διάφορες δικαιολογίες. (Τα συναισθήματά σου πάντως δεν τα κρύβεις, καημένη.)

Βέβαια, στην Γκέλλυ, την Τιτίνα και την Ντόντυ που ρώταγαν τι συνέβη, έλεγε ό,τι ήθελε. Έλεγε ότι κακώς άνοιξε το σπίτι της και σε εκείνον, τον κερατά, και στην αλαφροΐσκιωτη την αδερφή του. 

Την αποκάλεσαν γενναία, οι φίλες της, και τολμηρή που δεν έκανε κανέναν συμβιβασμό, όμως η Μαριλένα ήταν σίγουρη πως από πίσω θα την σχολίαζαν. (Αφού και εσύ η ίδια τις σχολιάζεις, τι περιμένεις; Κάθε κυρία ασχολείται με τα κρεβάτια των άλλων κυριών.)

Μέχρι που πείρε τελικά και η Τιτίνα διαζύγιο—όντως λόγω μοιχείας—και μιας που ο ιός είχε πλέον διαδοθεί, σταμάτησε να είναι τόσο ταμπού — τόσο μεγάλο σκάνδαλο. Εκείνες έτσι κι αλλιώς έκριναν τι ήταν κατάπτωση και τι ήταν πρόοδος

Για παράδειγμα, ως κατάπτωση, το '80, χαρακτήρισαν το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας. Αυτή η πρώτη' παρέλαση υπερηφάνειας' στο κέντρο της Αθήνα, τάραξε τις Κολωνακιώτησες. 

«Όλοι οι ανώμαλοι μαζεύτηκαν...» 

«Κατάπτωση, κατάπτωση, παιδί μου... Σαν τα σκυλιά κάνουν, σου λέω.» 

«Καλά, υπάρχουν και πιο ήσυχοι... Αυτός ο Έκτορας, για παράδειγμα, που κάνει τις δημοπρασίες εδώ κοντά, είναι άνθρωπος της τάξης μας. Ό,τι και να κάνει στο κρεβάτι του, έχει άλλο επίπεδο, Τιτίνα μου! Αυτοί οι ξεφτίλες είναι άλλη κατηγορία.» 

«Ναι, και για αυτό ο Έκτορας δεν θα έβγαινε ποτέ στους δρόμους μπερδεύοντας την πρόοδο με το πάρα φύσιν ζην! Έχει class, ο άνθρωπος.» 

Πρώτη φορά άκουγε γυναίκες, η Μαριλένα, να μιλάνε για πολιτικό ζήτημα χωρίς τους άντρες τους να ανοίγουν την κουβέντα. 

Δεν αντεχόταν όλο αυτό. Ηχορύπανση. Καλύτερα να έληγε η συζήτηση. 

«Τέλος πάντων, κορίτσια, με τοιούτους θα ασχολούμεθα τώρα...; Για δείτε εδώ, καινούργιο ταγέρ από το Παρίσι...» 

 


Τριάντα χρονών. 

 

Γρήγορα η Μαριλένα βρήκε τον τρίτο της σύζυγο, για να δείξει στις φιλενάδες της πως ό,τι ήθελε έκανε και ήταν 'πλήρως ακομπλεξάριστη.'

Έγινε της μόδας εκείνη την περίοδο, στον κύκλο τους, η πολυγαμία—αφού επετράπη επιτέλους το συναινετικό διαζύγιο χωρίς τους περιορισμούς της προηγούμενης περιόδου. 

Αυτός ο άντρας, ο τρίτος, (πως τον λέγανε αυτόν ρε Μαριλένα, θυμάσαι;) ήταν πολύ συγκαταβατικός—και κόντρα δεν της πήγαινε ποτέ. «Ναι Μαριλένα μου,» αυτό, «ναι Μαριλένα μου,» το άλλο. 

Αρκετά βαρετό, να μην τσακώνεται με κάποιον. Σαν την μάνα της, ήταν αυτός. Δεν μίλαγε, δεν λάλαγε, απλά συμφωνούσε. Για λίγο ήταν ευχάριστο όμως μετά από ένα διάστημα την φρίκαρε. Δεν ήθελε άνθρωπο άβουλο. Ήθελε «αληθινό άντρα!» Δραστήριο, αρχοντικό, εντυπωσιακό, ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως πίσω από κλειστές πόρτες θα ήταν αυταρχικός. 

«Και να με βάραγε, που λέει ο λόγος, καλύτερα θα ήταν! Όλη μέρα κάθεται, δεν έχω που να βγάλω την ένστασή μου! Και τώρα που το παιδί λείπει στο σχολείο—άπαπα—κενό! Κάθε μέρα κενή, το σπίτι άδειο! Θέλω έναν άνθρωπο με περισσότερο πάθος δίπλα μου, καταλαβαίνεις;» 

Μίλαγε με την φίλη της την Ανθούσα—μια μεγαλύτερη, εντυπωσιακή γυναίκα. Την κοίταξε με τρόμο όταν τελείωσε τον μονόλογό της. 

«Εσύ, καημένη μου,» της είπε διστακτικά, «δεν θες ούτε άντρα, ούτε πατέρα για τον μικρό, ούτε τίποτα. Ξέρεις πόσες θα σκότωναν για έναν άντρα τόσο συγκαταβατικό; Όμως εσύ θες κάποιον που στους άλλους να φαίνεται ότι σε έχει σαν τρόπαιο, αλλά στο σπίτι να σε έχει σαν παιχνίδι, με κουμπάκια, να πατάει μπας και νιώσεις τίποτα, ό,τι κι αν είναι αυτό. Ήθελα να'ξερα, καλό πρότυπο δεν θα ήθελες να είσαι για τον ίδιο σου τον γιο; Μην κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου... Επειδή τα αισθήματά σου δεν τα κρύβεις, κοπέλα μου.» 

 

Την πρόσβαλε πάρα πολύ, ειδικά επειδή την εκτιμούσε ιδιαιτέρως αυτήν την γυναίκα.

Όχι, δεν ήθελε τίποτα από αυτά που έλεγε η άλλη—αγάπη ήθελε—αγάπη ήθελε, στ'αλήθεια! Και να βρει επιτέλους την ηρεμία της... Απλά όχι *τόση* ηρεμία. 

 

«Τα... αισθήματά μου; Μα—δεν είναι όπως τα λες, εγώ αισθάνομαι—» 

Της έσφιξε το χέρι, της φίλησε το μάγουλο, και τη κοίταξε με λύπηση πριν σηκωθεί. 

«Ελπίζω να βρεις αυτό που ψάχνεις στην επόμενη γαμήλια δεξίωση.» 

Δεν ξανά-μίλησαν ποτέ. 

 

Τον χώρισε και τον τρίτο, αφού πρώτα τον κεράτωσε με τον τέταρτο.  Ο Αλέξανδρος δήλωσε δυσαρέσκεια, αλλά όχι έκπληξη. 

 


Τριάντα-πέντε χρονών. 

 

Τον επόμενο που παντρεύτηκε, τον τέταρτο, τον πήρε επειδή όλο τσακωνόταν μαζί της και της άρεσε η ένταση. (Και αυτόν, από τη γυναίκα του τον χώρισε. Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν αυτά. Στις καλύτερες οικογένειες.)

Ο Αλέξανδρος τον θεωρούσε αχώνευτο και κακομούτσουνο — και της το είχε ξεκαθαρίσει από νωρίς. Όχι ότι η Μαριλένα το έλαβε ιδιαίτερα υπόψη της. Η ένταση την γέμιζε ζωή. 

«Βουδίστρια, βουδίστρια, έως πότε;» Του έλεγε, συνέχεια, όμως το κρυφό-χαιρόταν, να πλακώνονται. «Η ηρεμία μου έχει τα όριά της!»

Τον “ταξίδεψε” και αυτόν, μέσα σε λίγους μήνες. Αλλά θυμάται κάθε λέξη που της είπε πριν συμβεί αυτό. Αυτόν τον τελευταίο τσακωμό, που του ανέβασε την πίεση αρκετά ώστε να τον στείλει στον αγύριστο

Της είπε ότι ήταν ρηχή, επιφανειακή, κενή—ότι ήξερε μόνο να κρίνει τους άλλους. Ότι ήταν άδεια, ότι δεν πίστευε τίποτε από αυτά που έλεγε, ότι η ζωή της ήταν μια γελοία παράσταση, ένα θέατρο του παραλόγου. Ότι δεν τον αγαπούσε—ότι δεν ήξερε να αγαπά.

(«Ούτε τον γιο σου δεν ξέρεις να αγαπάς! Μόνο πουκάμισα ξέρεις να του αγοράζεις, και να του φουσκώνεις τα μυαλά με αέρα!») Ότι δεν ήθελε να αγαπά, ούτε να αγαπιέται, πάρα μόνο να φαίνεται αγαπητή δίχως ρίσκο. Ότι απλώς προσπαθούσε να γεμίσει το κενό μέσα της. Ότι δεν θα το κατάφερνε ποτέ. Ότι άνθρωποι σαν εκείνη ποτέ δεν νιώθουν γεμάτοι, διότι όσα και να έχουν μονίμως θέλουν κι άλλα. («Δεν είσαι άνθρωπος, εσύ, είσαι μια θλιβερή σκιά του Δορκοφίκη!»)

Μέθυσε μόνη της μετά την κηδεία, στο σπίτι του Ιάσονος Δορκοφίκη, αγκαλιά με το παράσημό του.

Ο γιος της την ξεμέθαγε με καφέδες και υπομονή, παρά το γεγονός ότι πήγαινε Γυμνάσιο, όσο εκείνη ξερνούσε σαν δεκαεξάχρονη στην τουαλέτα. 

«Συγγνώμη, αγόρι μου...» κλαψούρισε, «που δεν μπορώ να σου βρω έναν πατέρα της προκοπής, να έχεις αντρικό πρότυπο...»

«Γιατί ρε μάνα, πότε ήταν αυτή η προτεραιότητά σου; Για να περνάς ωραία δεν τους διαλέγεις; Για να τους σουλατσάρεις στις φιλενάδες σου; Αλλιώς, θα διάλεγες πιο σοβαρούς...» 

«...Δεν... Περνάω—» της κράταγε το μαλλί πάνω όσο ξέρναγε, φρόντιζε μη λερωθεί. Από που τα έμαθε όλα αυτά, αυτό το παιδί; Από ποιον; «Δεν περνάω καλά.»

«Ποιος χρειάζεται άντρες, τότε, ρε μαμά... Αν δεν είσαι χαρούμενη—» 

Ένιωσε ακόμη πιο άβολα απ'ότι ένιωθε ήδη. Για ακόμη μια φορά, ο Αλέξανδρος ήξερε. Εκείνη δεν είχε σκοπό να του απαντήσει. Εκμηδένισε λοιπόν τη συζήτηση με ένα, «για σε παρακαλώ, παιδί πράγμα δεν ξέρεις τι λες.» 

«Μα...» 

«Άσε με, παιδάκι μου... Ξέρω καλύτερα. Έχω εμπειρία ζωής. Είμαι ευτυχισμένη.» 

«...Ψεύτρα.» 


Τριάντα-εφτά χρονών

 

Τον επόμενο, τον πέμπτο, (και αυτός “μεταχειρισμένος,”) τον παντρεύτηκε και τον χώρισε μέσα σε έναν χρόνο. Αυτό επειδή δεν συμφωνούσε μαζί της σε τίποτε— και αγνοούσε κάθε της παράκληση.

Δεν την άφηνε να βγαίνει έξω, να βλέπει τις φίλες της. Δεν της επέτρεπε να φοράει τουλάχιστον τα μισά ρούχα που είχε στη ντουλάπα της. Την έλεγε πουτάνα και αντροχωρίστρα, «και πού ξέρω εγώ ότι αν βγεις δεν θα βρεις άλλον; Και εγώ το νούμερο πέντε είμαι. Ήρθε καιρός να κάτσεις στα αυγά σου!» 

«Τι μας λες, που θα με κλείσεις εμένα στο σπίτι σαν τη χαρωπή νοικοκυρούλα! Ξέρεις σε ποια μιλάς; Δεν μπορείς να με κόψεις από τις φίλες μου επειδή είσαι εσύ ανασφαλής! Τις φίλες μου τις διάλεξα πριν από εσένα—και όποτε θέλω σε ξε-διαλέγω!»

Οριακά της σήκωσε χέρι εκείνη τη μέρα, για να μην της επιτρέψει να βγει από το σπίτι, να πάει στης Γκέλλυς για Κούμ-Καν. Ότι και καλά δεν πίστευε ότι θα πήγαινε μόνο για Κουμ-Καν.

«Δεν θα είναι το πρώτο μου διαζύγιο, ξέρεις!» Τον απείλησε.

«Ναι, επειδή αν δεν κάνουν όλοι κωλοτούμπες για να εξυπηρετήσουν τη βασίλισσα, είναι άχρηστοι!» Μεγάλη προσβολή. «Γυναίκα είσαι, μαζέψου...! Είναι πραγματικά πολύ παράξενο που όλο με τις φίλες σου ασχολείσαι, αντί να ασχοληθείς με εμένα. Λες και είστε τίποτα κρυφολεσβιάζουσες. »

Αυτό την αποστόμωσε. 

Έμεινε μαζί του λίγο ακόμη, για να μην φανεί πως αυτός είχε δίκιο. Τον φοβήθηκε—ότι θα της χαλάσει τη φήμη, ή τίποτε χειρότερο. Γυναίκα ήταν, δεν θα έπαιρνε και πολύ κόπο για να την καταστρέψει. Η φήμη της στην υψηλή κοινωνία ήταν εύθραυστη. Έπρεπε να την προστατέψει.

Άντεχε, η Μαριλένα, άντεχε. 

Μέχρι που μια μέρα, χτύπησε τον Αλέξανδρο στη μέση ενός τσακωμού. Και δεν ήταν αθώο χαστουκάκι.

Ο μικρός του είπε να αφήσει τη μάνα του ήσυχη να κάνει ό,τι θέλει. Εκείνος τον χτύπησε τόσο δυνατά που το κεφάλι του άρχισε να κουδουνίζει... Και το σημάδι που άφησε στο μάγουλό του κράτησε αρκετό καιρό. Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τον γάμο νούμερο πέντε.

Για τον Αλέξανδρο και μόνο, η Μαριλένα πάντα τραβούσε την κόκκινη γραμμή. Κανένας δεν θα πείραζε τον μοναχογιό της. Έριξε στον μαλάκα ένα αντίστοιχο χαστούκι με όλη της τη δύναμη και του έκαψε τα πράγματα στο τζάκι πριν τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές. Ό,τι μέσον είχε, το χρησιμοποίησε σε αυτό το διαζύγιο για να μην του αφήσει τίποτα. Νά'ναι καλά ο υφυπουργός δημοσίας τάξεως.

Μάνα και γιος έφυγαν λίγους μήνες από την Αθήνα. Όταν γύρισαν, όλα ήταν λιγάκι καλύτερα. 


Τριάντα-εννέα χρονών.

 

Πέρασαν άλλοι δύο αποτυχημένοι γάμοι. Ο ένας, (μεταχειρισμένος και κερατωμένος) πέθανε από ανακοπή. Τον έθαψε μέσα σε λίγους μήνες. Ο άλλος, την άφησε για άντρα. Ο κόσμος όσο πήγαινε χαλούσε. Πάντως, δεν ήταν σίγουρη πως να νιώσει που ο έρωτας με τη Μαριλένα έκανε έναν άντρα να συνειδητοποιήσει ότι ήταν ομοφυλόφιλος... Τα πήγαιναν και καλά, με αυτόν. Είχαν πολλά κοινά. Κρίμα! 

Ο Αλέξανδρος, εντωμεταξύ, ήταν πλέον έφηβος και είχε κρεμάσει στο σαλόνι μια τεράστια εικόνα του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η αισθητική, βέβαια, ήταν το μικρότερο από τα προβλήματά τους. 

«Είσαι παλαβό, αγόρι μου;» Τον έσυρε μέσα στο σπίτι. «Θα σε μαζεύω από το τμήμα; Πας καθόλου καλά; Τι και αν σε έβλεπαν η Τιτίνα και η Ντόντυ, ε; Πόση υπομονή να κάνω! Έλεγα, θα του περάσει, δεν θα του περάσει; Αμ δε! Κομμένες λοιπόν και οι πορείες, κομμένα και τα Εξάρχεια! Είσαι δισέγγονος του Ιάσονος Δορκοφίκη! Δεν σημαίνει τίποτα αυτό για εσένα; Αμάν, που έχεις βάλει τον Γκεβάρα πάνω από το παράσημό του, έλεος! Αυτό του το έδωσε η γαλλική βουλή, γιατί ήταν σπουδαίος άνθρωπος! Είναι δυνατόν, να τρέχεις με την πλέμπα και να σου πετάνε δακρυγόνα; Θες να με πεθάνεις, Αλέξανδρε;» 

«Νόμιζα ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει, ταξιδεύει.» Ο μικρός έκατσε στον καναπέ, θυμωμένος. 

«Κοίτα 'δω, θράσος! Εγώ τον γιο μου ήθελα να τον δω στο Χάρβαρντ, όχι στην ΚΝΕ!» 

«Να τον δεις όπου θες, στον ύπνο σου!» 

«Αλέξανδρε!» 

«Να σου πω!» της φώναξε, «όταν γαμούσες όποιον έβρισκες και έλεγες ότι έψαχνες να μου βρεις πατέρα, σε ένοιαζε τι σχολίαζαν η Ψιψίνα και η πως-τη-λένε; Εγώ τουλάχιστον βλέπω την αλήθεια! Βλέπω ότι είσαι υπερφίαλη, και ψεύτικη, και τόσο στόκος που καταπιέζεις ακόμη και τον εαυτό σου! Σε έναν κόσμο που όλοι θα είναι ελεύθεροι και όλοι θα είναι ίσοι, που ο λαός θα έχει την εξουσία—» 

«Δεν μπορώ να ακούω βλακ—» 

«Άσε με να τελειώσω! Σε έναν τέτοιο κόσμο, μαμά, και εσύ ελεύθερη θα είσαι! Από αυτό το χαζό φορτίο, το ψευτο-καθήκον που νομίζεις ότι έχεις!» 

Την πλήγωσε πολύ αυτό το τελευταίο.

«Εγώ είμαι κυρία της υψηλής κοινωνίας, Αλέξανδρε. Θα συντονιστείς και εσύ με την τάξη σου, που θα πάει—» αναστέναξε, «τι έκανα τόσο λάθος, θεέ μου; Ήσουν τόσο γλυκό παιδί, τόσο έξυπνο! Που θα πάει...» 

«Δεν θα πάει, μάνα. Δεν θα πάει!» Της απάντησε, «μακάρι να το έβλεπες και εσύ. Αλλά όσο και να το ζορίσεις, η αλήθεια δεν αλλάζει. Και στο Χάρβαρντ να με στείλεις, κομμουνιστής θα είμαι, επειδή αυτή είναι η αλήθεια μου. Και δέκα ακόμη άντρες να παντρευτείς, εσύ πάντα θα είσαι—» 

«Στο δωμάτιό σου, Αλέξανδρε!» Του φώναξε. «Αυτή τη στιγμή!» 

Εκείνος τρόμαξε—και πήγε. Δάγκωσε τη γλώσσα του. 

(Τι και αν είχε όμως δίκιο, ε; Τι και αν τελικά είμαστε αυτό που είμαστε, και τίποτε παραπάνω; Τι κι αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, αυτό που τόσο θες;)  

Όχι. Ή μάλλον, ίσως να ίσχυεωστόσο—αυτό δεν είχε σημασία. Όχι στον δικό της κόσμο. 

Το απέβαλε, λοιπόν. Άδειασε πάλι την ψυχή της, και ευχήθηκε να μην υπάρχει ούτε μια περίπτωση να την βλέπουν οι πρόγονοί της αυτή τη στιγμή, ή οποιαδήποτε άλλη. 

Άρπαξε την εικόνα του Τσε από τον τοίχο. Αρκετά την είχε ανεχτεί, πρώτη μούρη. 

Την έσκισε, και την πέταξε στο αναμμένο τζάκι. 

Δεν είχε θέση καμία «αλήθεια» μέσα στο σπίτι της, πάρα μόνο αυτή που η ίδια διαμόρφωνε.